17/6/11

Πάρκο Αντώνης Τρίτσης - Η ιστορία του Πάρκου

  Η ιστορία του Πάρκου


1832-1848
Τα χρόνια της απελευθέρωσης (1832) ο πρώτος αγρότης – ιδιοκτήτης του κτήματος ήταν ο Ιωάννης Παπαθεοδώρου Λεφάκης. Το κτήμα κάπου 300 στρέμματα βρισκόταν στον συνοικισμό Δραγουμάνο (έναν από τους τρείς συνοικισμούς που υπήρχαν τότε στην πόλη) και πιο συγκεκριμένα εκεί που βρίσκεται σήμερα ο Πύργος Βασιλίσσης στο ομώνυμο κτήμα.
Κατά το έτος 1836 το Δημόσιο κτήμα “Πύργος Βασιλίσσης”, εδόθη ως προίκα από το Δημόσιο εις το Βασιλικό στέμμα του Όθωνα που βρισκόταν μεταξύ Κηφισίας, Άνω και κάτω Λιοσίων, Αγίων Αναργύρων και Καματερού.
Ο Λεφάκης, μόλις κατάφερε να επισημοποιήσει τους τίτλους ιδιοκτησίας, το πούλησε τον Μάιο του 1838 στους Άγγλους John Williams και George Miles, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να κάνουν επενδύσεις στην χώρα που μόλις είχε απελευθερωθεί.
Οι Άγγλοι φύτευσαν αμπέλια, οπωροφόρα δένδρα, έφτιαξαν εγκαταστάσεις, διαμόρφωσαν κήπους, καλλιέργησαν συστηματικά τα αρόσιμα τμήματα. Το 1840, διέλυσαν την κοινοπραξία και ο Miles πούλησε στον Williams το μεριδιό του. Ο Williams, που βεβαίως δεν μπορούσε να καλλιεργεί μόνος του το κτήμα, έφερε κηπουρούς από την Μάλτα και γεωργούς από το Μενίδι, μοιραζόμενος μαζί τους τα εισοδήματα. Το 1848 αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα και πούλησε το κτήμα στον Δημήτριο Κοντάκη, έναντι 10.370 δραχμών.
Φαίνεται πως οι προσπάθειες των Εγγλέζων να δημιουργήσουν ένα κτήμα προτύπων και συστηματικών καλλιεργειών που θα τους αποφέρει σημαντικά κέρδη, δεν απέδωσαν. Κατάφεραν όμως να φτιάξουν ένα θαυμάσιο αγρόκτημα όπου αυτή η ομορφιά του τοπίου συγκίνησε την Αμαλία το καλοκαίρι του 1848, σ’ έναν από τους γνωστούς περιπάτους της στα περίχωρα της Αθήνας.
 
1848- 1857
Τον Σεπτέμβριο του 1848, το κτήμα Κοντάκη αγοράζεται από τους βασιλείς, οι οποίοι, πολύ σύντομα, θα προχωρήσουν και σε νέες αγορές, προκειμένου να το επεκτείνουν. Έτσι από το 1848 έως το 1861, (ένα χρόνο πριν την έξωση) η βασιλική Αυλή θα συνάψει 47 νέες συμφωνίες αγοράς ακινήτων στην περιοχή, δημιουργώντας ένα ενιαίο κτήμα 2.500 στρεμμάτων.
Η διαμόρφωση του κτήματος άρχισε αμέσως μετά την αγορά του πρώτου κομματιού από τον Κοντάκη και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Στις εργασίες, τις οποίες επόπτευε προσωπικά η Αμαλία, χρησιμοποίησε τους γνωστούς ανακτορικούς κηπουρούς Σμίτ και Μπαρώ, που είχαν φτιάξει και τον Βασιλικό Κήπο.
Η βασίλισσα προσέλαβε εργάτες από τα γύρω χωριά, Βαυαρούς που είχαν παραμείνει στην χώρα και είχαν εγκατασταθεί στο Ηράκλειο Αττικής και έμπειρους αμπελουργούς από τα Μέγαρα. Επρόκειτο χωρίς αμφιβολία για μια πολύ σοβαρή προσπάθεια, τα επιτυχή αποτελέσματα της οποίας, φάνηκαν  στα αμέσως επόμενα χρόνια.
Στο αγρόκτημα φυτεύτηκαν χιλιάδες οπωροφόρα δένδρα, 3.700 μουριές, πολλά στρέμματα φυστικιές, κάπου 180 στρέμματα αμπέλια, χιλιάδες ελαιόδεντρα σπάνιες ποικιλίες καλλωπιστικών φυτών από χώρες του εξωτερικού. Μεγάλα τμήματα άρχισαν να καλλιεργούνται και να σπέρνονται βαμβάκι, καλαμπόκι, τριφύλλι, βρώμη, βρίζα, πατάτες, κουκιά και φασόλια.
Με την φροντίδα της Αμαλίας αγοράστηκαν 40 αγελάδες ¨ράτσας¨από την Αγγλία, την Ελβετία και το Ολδεμβούργο, πτηνά από τις Ινδίες και την Αφρική, πρόβατα μερινός, χοίροι και αραβικά άλογα. Μέχρι και καμηλοπαρδάλεις έφερε στο κτήμα η βασίλισσα.
Στις παλιές εγκαταστάσεις προστέθηκαν και πολλές άλλες. Οικήματα εργατών, στάβλοι, υπόστεγα, αποθήκες. Για τις ανάγκες της άρδευσης, έγιναν γεωτρήσεις, ανοίχτηκαν νέα πηγάδια. Έγινε προμήθεια νέων αρότρων, καθώς και διαφόρων άλλων γεωργικών μηχανημάτων, αγνώστων στους Έλληνες γεωργούς. Έτσι, πολύ σύντομα, το κτήμα εξελίχθηκε σ’ ένα πρότυπο Κέντρο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας. Τα προϊόντα του αγροκτήματος – την εποπτεία του οποίου η Αμαλία ανέθεσε στον Γραμματέα της Αυλής Φερδινάνδο Σίφερτ – ήταν ποικιλία και εξαιρετικής ποιότητας. Πολλά απ’ αυτά επαινέθηκαν σε εκθέσεις, ενώ άλλα βραβεύτηκαν.
Κατά τα τέλη του 1856 το κτήμα είχε σχεδόν διαμορφωθεί. Παράλληλα με τις εργασίες χάραξης και διαμόρφωσης, άρχισε και η κατασκευή της βασιλικής επαύλεως. Στη θέση ενός παλαιού Πύργου, που υπήρχε στην μέση περίπου του κτήματος, και χρησίμευε πιθανότατα ως κατοικία των πρώην άγγλων ιδιοκτητών, άρχισε να κατασκευάζεται ένας νέος, γοτθικού ρυθμού, κατ’ απομίμηση του Πύργου Hohen Schwangau όπου γεννήθηκε ο Όθωνας, από τον γάλλο αρχιτέκτονα Florimond Boulanger. Από την κατασκευή που υπήρχε εκεί, συνήθιζαν να ονομάζουν και το κτήμα ¨Πύργο¨.
Οι εργασίες ανέγερσης της νέας βασιλικής επαύλεως θα πρέπει να ολοκληρώθηκαν στις 13 Αυγούστου 1854, ημερομηνία κατά την οποία έγιναν τα εγκαίνια. Το μέρος αυτό, έγινε έκτοτε και το τέρμα των καθημερινών περιπάτων της Αμαλίας.
Στους έξι φυσικούς λοφίσκους που υπήρχαν στο αγρόκτημα προστέθηκε το 1857 με εντολή της Αμαλίας και ένας 7ος τεχνητός. Στους λόφους αυτούς η βασίλισσα έδωσε ονόματα Αργοναυτών: Ιάσων, Πολυδεύκης, Κάστωρ, Θησέας, Ηρακλής, Ορφεύς, Πηλεύς. Ύστερα από αυτό, αποφάσισε να δοθεί στο κτήμα η επωνυμία ¨ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ¨.
Η απασχόληση εκατοντάδων εργατών του αγροκτήματος της Επταλόφου και η διαμονή τους, καθώς και διαμονή των αξιωματούχων και ειδικών, αλλά και το ενδιαφέρον ευπόρων αθηναϊκών οικογενειών για την οικοδόμηση εξοχικών τους επαύλεων κοντά στις βασιλικές εγκαταστάσεις δημιούργησαν την ανάγκη ενός νέου οικισμού δίπλα στην Επτάλοφο. Αυτός ήταν ο λόγος που τον Μάρτιο του 1858, ιδρύεται ο οικισμός ΙΛΙΟΝ ΤΡΩΑΣ.
Οι βαυαροί δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τα μεγάλα έργα που προγραμμάτιζαν. Η έξωση του Όθωνα και της Αμαλίας συνοδεύτηκε από αντιδράσεις που διατηρήθηκαν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Κάθε έργο ανάπτυξης στο αγρόκτημα ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ - του οποίου η ονομασία δεν στέριωσε κι έμεινε γνωστό σαν «ΠΥΡΓΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ»- σταμάτησε. Το ίδιο έγινε και με τον οικισμό ΙΛΙΟΝ ΤΡΩΑΣ.
Οι ¨βασιλικές¨ αυτές επωνυμίες προκαλούσαν απέχθεια στον λαό και πολύ σύντομα ξεχάστηκαν. Άλλωστε δεν μπόρεσαν ποτέ σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να επιβληθούν, να υιοθετηθούν, να χρησιμοποιηθούν. Το αγρόκτημα ερήμωσε. ¨Κάποιοι εργάτες περιόριζαν τις ασχολίες τους στους στάβλους και στους αχυρώνες, εργαζόμενοι χωρίς διάθεση¨, όπως αναφέρει κάποιος περιηγητής.
 
1857-1913
Ο εξόριστος στο Μόναχο Όθωνας, έκανε πληρεξούσιο τον γραμματέα του Shevert για την ενοικίαση ή πώληση του κτήματος. Στο μεταξύ η Ελληνική Κυβέρνηση, είχε εκποιήσει πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία του. Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα με το ψήφισμα της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως της 3ης Ιουλίου 1863, τα ανάκτορα και οι Βασιλικοί Κήποι, κηρύσσονται Εθνική ιδιοκτησία και η διαχείριση του κτήματος της Επταλόφου, ανετέθη στο Υπουργείο των Οικονομικών, η δε επιστασία του στον πρώην ανακτορικό κηπουρό Smit. Τα έργα στον οικισμό έμειναν ημιτελή.
Διοικητικά ο οικισμός ανήκε στον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος βεβαίως, βεβαρημένος με τα δικά του προβλήματα, σχεδόν καθόλου δεν ενδιαφέρθηκε για την ανάπτυξη και την τύχη της περιοχής.
Το 1867, ο Όθωνας πεθαίνει. Από το έτος 1868 σύμφωνα με την διαθήκη του Όθωνα, οι κληρονόμοι
α) Λουδοβίκος Βασιλεύς της Βαυαρίας και πατέρας του Όθωνα,
β) τα αδέλφια του Όθωνα, Λουιζπόλδος και Αδαφέρτης της Βαυαρίας και
γ) η σύζυγος του Αμαλία, επικαρπωτής της Βασιλικής περιουσίας, αξίωσαν αποζημίωση από την Ελληνική Κυβέρνηση για τις δαπάνες που είχε κάνει ο Όθωνας στον πύργο Βασιλίσσης για την δημιουργία των διαφόρων ακινήτων όπως ανάκτορα, Βασιλικοί κήποι, Βασιλικό φαρμακείο, Ιπποστάσια κλπ.
Οι οικονομικές  αυτές απαιτήσεις ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των 7.487.799 δρχ. και 49 λεπτά.
Μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις μεταξύ των κληρονόμων του Όθωνα και της Ελληνικής Κυβέρνησης, συμφωνήθηκε να αποζημιωθούν από το Ελληνικό Δημόσιο με το χρηματικό ποσό των 4.500.000 δρχ. το οποίο και καταβλήθηκε με δόσεις στους κληρονόμους χωρίς αυτοί να εγείρουν δικαιώματα κυριότητας για το κτήμα «Πύργος Βασιλίσσης».
Παρά ταύτα όπως προκύπτει από το υπ΄αριθ: 862/2-6-1870 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βιέννης Λουδοβίκου Πρέυς, το κτήμα «Πύργος της Βασιλίσσης», μεταγράφηκε σε μερίδα της Αμαλίας ΙΘ 10702 Τόμος ΜΘ αυξ. αριθ. 165 Υποθ/κείου Αθηνών το κτήμα Επταλόφου (Πύργος Βασιλίσσης) μεταβιβάστηκε το έτος 1870 από την Αμαλία στον Σίμωνα Σίνα, χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να διεκδικήσει το κτήμα Επταλόφου του οποίου μέχρι τότε του ανήκε η κυριότητα.
Το έτος 1878 οι κληρονόμοι του Σίμωνα Σίνα πούλησαν το εν λόγω κτήμα του Επταλόφου στην Αιμιλία Γεωργίου Παχή με το αριθ. 26934/1878 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθ. Αντωνιάδου. Εξ ανταλλαγής των δύο συζύγων Παχή το ως άνω κτήμα περιήλθε εις τον σύζυγο της Αιμιλίας Παχή, ο οποίος με ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύτηκε με το υπ΄ αριθ. Πρακτικό 370/1913 του Πρωτοδικείου Αθηνών, το άφησε κατ΄ επικαρπία εφ΄ όρου ζωής στη σύζυγό του Αιμιλία (θυγατέρα Σκουζέ) και κατά ψιλή κυριότητα στις δυο θυγατέρες του Λαυρία σύζυγος Βερνάδου Σερπιέρη, και Ελένη σύζυγο Αυγ. Αβέρωφ.
Με το υπ’ αρ. 26234/1897 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αντωνιάδη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο ΡΚΗ και αριθμό 132 σε συνδυασμό με τον υπ’ αριθμό 5368/1912 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Τσάκωνα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο ΧΟ5 και αριθμό 46, οι θυγατέρες του βαρώνου Σ. Σίνα πούλησαν το ως άνω κτήμα στον Γεώργιο Παχή.
 
1913-1993
Το έτος 1913 απεβίωσε ο Γεώργιος Παχής ο οποίος με την από 22-11-1912 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8-7-1913 με το υπ’ αριθμόν 378 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμόν 370/1913 απόφαση, κατέλειπε το ως άνω κτήμα κατά το ½ εξ αδιαιρέτου στην κάθε μια, στις δύο θυγατέρες του, Ελένη χήρα Αυγερινού Αβέρωφ και Λαυρία χήρα Φερνάνδου Σερπιέρη, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά.
Με το υπ’ αριθμόν 48083/1920 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Άγγελου Γρηγορόπουλου το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο 769 και αριθμό 204 η Ελένη χήρα Αυγερινού Αβέρωφ πούλησε το ½ του κτήματος που της ανήκε, στην αδελφή της Λαυρία χήρα Φερνάνδου Σερπιέρη η οποία έτσι έγινε αποκλειστική κυρία νομέας και κάτοχος ολόκληρου του αγροκτήματος.
Με το υπ’ αριθμόν 282.1931 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθ. Θανόπουλου, η Λαυρία χήρα Φ. Σερπιέρη μαζί με άλλους συνέστησαν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία << ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΥΡΓΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΑΕ.>> (ΑΕΠ.Β) το καταστατικό της οποίας δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ’ αριθμόν 226 (Δελτίο ΑΕ) της 31-7-1931 της εφημερίδας της Κυβερνήσεως.
Σύμφωνα με το καταστατικό της ως άνω ΑΕ η εκ των ιδρυτών Λαυρία χήρα Φ. Σερπιέρη μεταβίβασε λόγω συνεισφοράς της στο μετοχικό κεφάλαιο το άνω κτήμα αποτελούμενο στο άνω συμβόλαιο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Πάνου Αιλιανού. Με τον τρόπο αυτό η κυριότητα του κτήματος περιήλθε στην προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία.
Στα χρόνια που ακολουθούν γίνονται διάφορες αλλαγές σε χρήσεις γης στην περιοχή πολλές από τις οποίες διατηρούνται μέχρι σήμερα. Στο νότιο μέρος χτίζονται κτίρια και μηχανουργεία του Υπουργείου Γεωργίας, οι δήμοι φτιάχνουν αμαξοστάσια για τα απορριμματοφόρα, ενώ μεγάλη έκταση καταλαμβάνει και το ίδρυμα Μητέρα. Λίγο πιο ψηλά, χτίζεται τη δεκαετία του ‘70 το δημοτικό γήπεδο Ιλίου, ενώ λειτουργεί φυτώριο για τις ανάγκες του Δήμου. Επίσης χρησιμοποιείται από τους προσκόπους έκταση πολλών στρεμμάτων, ενώ σε διαφορετικές περιόδους χτίζονται τα ιδρύματα Nεότητας, Θεοτόκος και Aποκατάστασης Aναπήρων.
Σύμφωνα με το έγγραφο: Ιστορικό Οικολογικού Πάρκου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης ¨Πύργου Βασιλίσσης¨ του Ο.Ρ.Σ.Α. , ισχύουν τα παρακάτω:
Στις 13 Αυγούστου 1985 ο Υπουργός του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε αποφασίζει σχετικά με τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στο Οργανισμό Αθήνας (Ο.Α.)
Στις  3  Νοεμβρίου 1986 ο Γ.Γ. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. συντάσσει έγγραφο για τις δραστηριότητες του Ο.Α. όπου αναφέρεται μεταξύ των άλλων και ο ¨Πύργος Βασιλίσσης¨ σαν αντικείμενο του Ο.Α.   
Στις 8 Μαΐου 1987 εκπονούνται οι πρώτες μελέτες από τον Οργανισμό Αθήνας και κατοχυρώνεται ο ενιαίος χαρακτήρας της έκτασης που κινδύνευε να διαμελιστεί από αντιφατικές χρήσεις. Έτσι κατά το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (Ν. 1515/85, 2052/92) και τις ειδικές μελέτες του Οργανισμού της Αθήνας (Ο.Α.) η έκταση προορίζεται να διαμορφωθεί σε υπερτοπικό πόλο αναψυχής “οικολογικό πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης και κέντρο εκπαίδευσης” Μετά από ένα χρόνο περίπου αποφασίζεται να ανατεθεί η μελέτη στα γραφεία ΟΠΑΜ και Δακαναλής – Μπουμπιώτης – Φλώρος.
Το 1989 η μελέτη ολοκληρώθηκε και συμπληρώθηκε από τον ίδιο μελετητή (με επέκταση αρχικής σύμβασης) για την τοπογράφηση τμήματος της έκτασης του Π.Β. στη συνέχεια γίνεται αίτηση στην ΕΟΚ για χρηματοδότηση της παρέμβασης.
Το 1990 παρουσιάστηκε η μελέτη και έγινε η τελική παραλαβή της μελέτης σε κλ. 1:2.000.   
Το 1993 ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας σε συνεργασία με το ΥΠΕΧΩΔΕ προχωρούν στην δημοπράτηση της πρώτης φάσης του έργου για την δημιουργία ενός πρότυπου οικολογικού πάρκου και υπερτοπικού πόλου αναψυχής. Η Α’ φάση αφορά τη γενική διαμόρφωση της υποδομής, την κατασκευή των δομικής σημασίας έργων, την ολοκλήρωση του πρώτου πυρήνα λειτουργίας του πάρκου, κτίρια κλπ και τις βασικές διαμορφώσεις για υποδοχή συμπληρωματικών εγκαταστάσεων χρήσεων. Η Β' φάση που αφορά την συνολική περιοχή του πάρκου ολοκληρώθηκε το 2001 και εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για το Περιβάλλον του Β’ ΚΠΣ. Τα παραπάνω έργα υλοποιήθηκαν από τη Διεύθυνση Ειδικών Έργων Αναβάθμισης Περιοχών (ΔΕΕΑΠ), ΥΠΕΧΩΔΕ.
Φωτογραφίες από την κατασκευή των τεχνητών λιμνών και της μακέτας
Σήμερα, το Πάρκο "Αντώνης Τρίτσης" έχει έκταση  1.150.στρέμ.  (έξι φορές μεγαλύτερο από τον Εθνικό Κήπο) και αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης για όλους τους κατοίκους της Αττικής,  ιδιαίτερα κατά τα Σαββατοκύριακα. Oι 3 μεγάλοι χώροι στάθμευσης που λειτουργούν για το σκοπό αυτό, δεδομένου ότι υπάρχει σχετικά εύκολη πρόσβαση του Πάρκου από την Αττική Οδό, από την Εθνική Οδό και με τακτική αστική συγκοινωνία συνδέεται μέσω του ΜΕΤΡΟ , του ΗΣΑΠ και της ΕΘΕΛ.  Στον Πάρκο επίσης δραστηριοποιείται η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία με διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία της Αττικής (νηπιαγωγεία, δημοτικά και γυμνάσια) και σε καθημερινή βάση καταφθάνουν στο πάρκο πούλμαν με σχολεία από όλη την Αττική για την περιβαλλοντική εκπαίδευση των παιδιών.
Τα έργα που υλοποιήθηκαν μέχρι σήμερα καθιστούν το πάρκο ένα μοναδικό χώρο υπερτοπικής σημασίας μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας και αποτελείται από τα παρακάτω κύρια στοιχεία:
- το υγρό στοιχείο , σπάνιο στην Αττική, που αναδείχθηκε σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό του τοπίου με τη δημιουργία  τεσσάρων τεχνητών λιμνών φιλοξενώντας αντίστοιχη βλάστηση υγροτοπικού χαρακτήρα γύρω από τις λίμνες
- το δίκτυο πεζοδρόμων εσωτερικής κυκλοφορίας  του πάρκου και την κατασκευή γραμμών τραίνου επίσκεψης του πάρκου απαραίτητο λόγω της έκτασής του
- τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος (άλση και καλλιέργειες) και την προώθηση οικολογικών καλλιεργειών στα πλαίσια του στόχου της περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης και της συνέχειας της ιστορίας του χώρου (πρότυπο αγρόκτημα Πύργου Βασιλίσσης) τις κτιριακές εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση λειτουργικών χρήσεων.